Οι ελευθερίες στο «δημοκρατικό» απόσπασμα

Εκτύπωση PDF

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ στις 21 Απριλίου 2013
 
«Η χούντα δεν τελείωσε το ’73». Το έλεγαν πάντα τα συνθήματά μας, το λένε πλέον και πολλοί από εμάς ως ένα απλουστευτικό μεν, γλαφυρό δε ευφυολόγημα για να εξορκιστεί, ίσως, η αμηχανία που προκαλεί η συντριπτική επιβολή των πιο αντιδραστικών πολιτικών ντόπιων και ευρωπαϊκών αστικών επιτελειών. Ωστόσο, η υπόνοια της φράσης αυτής περί παραλληλισμού της σημερινής κατάστασης με το καθεστώς της απριλιανής χούντας δε στερείται –μέσα στην αφέλειά της- ερείσματος.
 
Όπως στη χούντα, έτσι και τώρα ο δρόμος για την εμπέδωση των πιο σκληρών πολιτικών ανοίγεται με την επίθεση στα δημοκρατικά δικαιώματα και κεκτημένα του λαού. Η οικονομική κρίση στη χώρα μας, αλλά και συνολικά στον ευρωπαϊκό χώρο, αξιοποιείται ως ευκαιρία για την κλιμάκωση της επίθεσης στην εργασία και στις λαϊκές ελευθερίες. Σάρωση των εργατικών δικαιωμάτων και συνδικαλιστικών ελευθεριών, όξυνση της καταστολής, ποινικοποίηση των αγώνων, διαμόρφωση συνθηκών ενός ιδιότυπου κράτους «εκτάκτου ανάγκης» που αναιρεί στοιχειώδεις λειτουργίες ακόμη και αυτής της «ανάπηρης» κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είναι μερικές μόνο όψεις της επίθεσης αυτής. Επίθεσης που αναβαθμίζεται ποιοτικά με την ανάδυση του φασισμού και των εκφραστών του από το πολιτικό περιθώριο και την ολόπλευρη αξιοποίησή τους ως ενός πολιτικά χρήσιμου στηρίγματος για τη σιδηρόφραχτη «δημοκρατία» που οραματίζονται.
 
Όπως στη χούντα, έτσι και τώρα ο εχθρός είναι το οργανωμένο λαϊκό και εργατικό κίνημα, οι μαζικοί φορείς του, η πολιτική του πρωτοπορία και εν γένει κάθε εστία αμφισβήτησης και αντίστασης. Η πολιτική Σαμαρά με το αναβαπτιζόμενο στην κολυμπήθρα του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ προφίλ της «σκληρής δεξιάς» προχωρά ένα βήμα παραπέρα κι επιδίδεται με μεθοδικότητα σε αυτό που θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει ως έναν ιδιότυπο ιδεολογικό ρεβανσισμό απέναντι στα ισχυρά ερείσματα της Αριστεράς όχι μόνο στη μνήμη αλλά και στους αγώνες του λαού. Διακηρυγμένος στόχος της αντιδημοκρατικής επίθεσης είναι η ίδια η Αριστερά -και δη η κομμουνιστική- όχι μόνο ως πολιτική έκφραση και κινηματική παρουσία αλλά και ως συνολική ιδεολογική τοποθέτηση.
 
Απέναντι στην εκστρατεία κυβέρνησης και ΕΕ να επιβάλλουν έναν ατσάλινο κλοιό ανελευθερίας, η Κίνηση για τις Ελευθερίες και τα Δημοκρατικά Δικαιώματα της Εποχής μας (ΚΕΔΔΕ) αντιτάσσει την ολόπλευρη υπεράσπιση των λαϊκών ελευθεριών και δικαιωμάτων, υπεράσπιση που συνδέεται με την περιφρούρηση του ίδιου του εργατικού και λαϊκού κινήματος και των κατακτήσεων που αυτό επέβαλε με τους μακρόχρονους αγώνες του. Η υπεράσπιση αυτή των ελευθεριών δεν λαμβάνει μόνο τον χαρακτήρα μιας αμυντικού τύπου θωράκισής τους, αλλά κατευθύνεται πρωτίστως στη διεύρυνση του περιεχομένου τους και στη συμβολή για την εμπέδωση νέων κατακτήσεων, όψη που αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή σαν αυτή που διανύουμε, όπου η συντριπτική επίθεση στην εργασία, η όξυνση του αυταρχισμού και η οργανωμένη ιδεολογική τρομοκρατία, δημιουργούν πρωτόγνωρες δυνατότητες διεκδίκησης ουσιαστικής δημοκρατίας και ελευθερίας.
 
Η ΚΕΔΔΕ, όμως, δε συγκροτήθηκε μόνο στη βάση της αναγκαιότητας, αλλά και της  δυνατότητας ανατροπής της αντιδραστικής αυτής λαίλαπας. Πρωταρχικό της, λοιπόν, μέλημα είναι η αναμέτρησή της στους κοινωνικούς αγώνες, η σύνδεσή της με τους χώρους στους οποίους δομείται και αναπτύσσεται το εργατικό, νεολαιίστικο και ευρύτερο λαϊκό κίνημα. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως κομμάτι του μαζικού κινήματος, αναπτύσσοντας τη δράση της σε κατεύθυνση ενισχυτική της συγκρότησης, μαζικοποίησης και αγωνιστικής δράσης του και αναγνωρίζοντας τον πρωταρχικό και καθοριστικό ρόλο που έχει το κίνημα αυτό και οι φορείς του στην ανατροπή της αντιδραστικής κατασταλτικής επίθεσης. 
 
Η δράση ωστόσο της ΚΕΔΔΕ μέσα στο κίνημα δε στερείται πολιτικοϊδεολογικής ταυτότητας ούτε επαναπαύεται σε έναν ιδιότυπο κινηματικό αυτοματισμό. Δεν συμβιβάζεται με μία λογική συμμαχιών σε εύρος «συνταγματικού τόξου» και βάση «πανδημοκρατίας», ούτε αποτελεί άλλη μία προσθήκη στο γαλαξία της γενικώς εννοούμενης και πολιτικά ακίνδυνης αλληλεγγύης ή της «τεχνοκρατικής» υπεράσπισης δικαιωμάτων κι ελευθεριών, ξεκομμένα από τις ανάγκες και τις διεργασίες του κινήματος. Αντίθετα, αντλεί τους στόχους και τις επεξεργασίες της από ένα προωθημένο πολιτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο η πάλη για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών είναι συγχρόνως πάλη για την κατοχύρωση ενός δικαιώματος στον ίδιο τον αγώνα, για την χειραφέτηση του εργαζόμενου λαού, πάλη εν τέλει για τη συνολικότερη ανατροπή, η οποία και θα τη δικαιώσει. 
 
Και βέβαια, προϋπόθεσή της πάλης αυτής είναι μια μάχιμη και μαζική φυσιογνωμία που δεν εξαντλείται στη βολική μεν, μειοψηφική δε απεύθυνση σε ένα εξοικειωμένο «επαναστατικό ακροατήριο», αλλά αναμετράται στην κοινωνία και στο κίνημα. Κυρίαρχα όμως, συσπειρώνοντας στους κόλπους της κοινωνικούς αγωνιστές και συνδικαλιστές, μαζικούς φορείς της συνδικαλιστικής πρωτοπορίας και ένα σημαντικό εύρος πολιτικών δυνάμεων και ρευμάτων-και σε κατεύθυνση διεύρυνσής της- η ΚΕΔΔΕ διαμορφώνει στην πράξη όρους υλοποίησης μιας ουσιαστικής μετωπικής πολιτικής, με κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά τέτοια που να μπορούν να αξιοποιηθούν από το ίδιο το κίνημα για το αναγκαίο δυνάμωμα του πολιτικού και ιδεολογικού αγώνα, το συντονισμό και την κεφαλαιοποίηση των κινηματικών αντιστάσεων.
 
Η χούντα τελείωσε το ’73. Μαζί της ομως δεν τελείωσε η διαρκής επισφάλεια των δημοκρατικών κατακτήσεων του λαού, τα αντιδραστικά πισωγυρίσματα στο παρελθόν. Μαζί της δεν τελείωσε ο αγώνας για δημοκρατία και ελευθερία, όχι απλά ως ανάγκη του παρόντος, αλλά ως αγγελιοφόρος του μέλλοντός μας, αυτού της άλλης κοινωνίας...