Αριστερή Ανασύνθεση

Banner

 

Αριστερή  Ανασύνθεση

Πανελλαδικό Γραφείο

Για τη δημοσιονομική  κρίση, το πρόγραμμα  σταθερότητας και  τις αγωνιστικές  κινητοποιήσεις ενάντια  στην κυβερνητική  πολιτική.

Όταν αναφερόμαστε στη δημοσιονομική κρίση πρέπει να έχουμε σαφές ότι το θέμα δεν είναι στενά δημοσιονομικό. Καθαυτά τα οικονομικά μεγέθη δεν δικαιολογούν ούτε τον πανικό ούτε την περιλάλητη υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας. Οι χώρες δεν ‘χρεωκοπούν’ σε αυτές τις κλίμακες. Ούτε το ευρώ και η αρχιτεκτονική του κινδυνεύει: ακριβώς επειδή υπάρχει κοινό νόμισμα δεν υπάρχει κίνδυνος άμεσης νομισματικής ανισορροπίας. Απλώς θα έλεγε κανείς η Ελλάδα συγκυριακά θα δανειζόταν παραπάνω και ίσως η αυξημένη ζήτηση να σήμαινε και λίγο υψηλότερα επιτόκια. Άλλωστε, το σύνολο της ευρωζώνης τρέχει εν μέσω ύφεσης αυξημένα ελλείμματα. Υπάρχουν χώρες επίσης με πολύ μεγάλα ελλείμματα ως ποσοστό: οι ΗΠΑ και η Βρετανία!

Προφανώς  και υπάρχουν πλευρές κερδοσκοπικών  πρακτικών στην όλη ιστορία με τις πιστοληπτικές υποβαθμίσεις. Οι – ιδιωτικοί – οίκοι που  αναλαμβάνουν την εκτίμηση δεν είναι καθόλου ουδέτεροι ή ανιδιοτελείς. Η υποβάθμιση μιας χώρας σημαίνει απαίτηση υψηλότερου επιτοκίου, άρα δυνητικά μεγαλύτερα κέρδη για όποιον κάνει συναλλαγές σε αυτά τα ομόλογα. Όμως, μόνο αυτή η διάσταση δεν εντοπίζει το σύνολο του προβλήματος.

Νομίζουμε ότι για μια σειρά από λόγους η Ελλάδα αυτή τη στιγμή αντιμετωπίζεται ως ο αδύναμος κρίκος ολόκληρης της αρχιτεκτονικής της ΟΝΕ και ευρύτερα της ‘φυγής προς τα εμπρός’ των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων.

Ο πρώτος είναι  ότι το έλλειμμα στην Ελλάδα είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς παραμέτρων που αφορούν τις ενδογενείς δυναμικές και αντιφάσεις. Στην Ελλάδα το έλλειμμα δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της ύφεσης της οικονομικής δραστηριότητας που ‘φυσιολογικά’ συνεπάγεται και μείωση κρατικών εσόδων (όταν υποχωρεί η οικονομική δραστηριότητα μειώνονται και τα έσοδα από τη φορολογία την ίδια στιγμή που οι κρατικές δαπάνες είναι ανελαστικές, άρα αυξάνονται τα ελλείμματα). Είναι ακόμη το αποτέλεσμα μιας συνειδητής πολιτικής επιλογής, ιδίως από τις κυβερνήσεις της ΝΔ (αλλά σε ένα βαθμό και προηγούμενων κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ) να αξιοποιηθεί η φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή ως μοχλός συμμαχίας και με αστικά και με παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα. Επιπλέον, το σύστημα των δημοσίων δαπανών είναι οργανωμένο με τέτοια μορφή, ώστε στο πλαίσιο είτε της εξυπηρέτησης συγκεκριμένων μερίδων του κεφαλαίου είτε ακόμη και στο πλαίσιο γεωπολιτικών σχεδιασμών και υποχρεώσεων να υπάρχουν συνειδητές σπατάλες: αρκεί να αναλογιστεί κανείς τις αμυντικές δαπάνες, τις φαρμακευτικές δαπάνες ή την υπερκοστολόγηση των μεγάλων έργων. Αυτό σημαίνει – για  να το πούμε απλά – ότι η Ελλάδα φαντάζει ως μια οικονομία όπου η απλή προσπάθεια αύξησης των εσόδων ή περιστολής δαπανών προσκρούσει πάνω σε συμφέροντα που αγγίζουν τον ίδιο το συνασπισμό εξουσίας.

Ο δεύτερο  λόγος είναι ότι στην Ελλάδα όλα  δείχνουν ότι δεν έχουμε να κάνουμε  μόνο με μια σχετική υποχώρηση  της οικονομικής δραστηριότητας, ως αποτέλεσμα της ύφεσης, αλλά με σημάδια  βαθιάς κρίσης ολόκληρου του αναπτυξιακού υποδείγματος που στηρίχτηκε στο συνδυασμό ανάμεσα στην σχετικά φτηνή εργασία, την αξιοποίηση της ακόμη πιο φτηνής μεταναστευτικής εργασίας και τις μεγάλες εισροές από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά δεν μπόρεσε να απαντήσει πάνω σε ποιους τομείς και ποιες κατευθύνσεις θα μπορούσε να έχει σταθερές και αναπαραγόμενες αναπτυξιακές δυναμικές. Η εξάρτηση κρίσιμων κλάδων όπως οι κατασκευές (ιδιωτικές), ο τουρισμός και ο εφοπλισμός από την οικονομική συγκυρία απλώς κάνει τα πράγματα χειρότερα. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ο κίνδυνος η Ελλάδα να βρεθεί σε μια παρατεταμένη αρνητική αναπτυξιακή συνθήκη, με τον τρόπο που βρέθηκε παλαιότερα η Πορτογαλία ή βρίσκεται σήμερα η Ιρλανδία (το poster boy ή girl της ‘χρυσής περιόδου’ της ΟΝΕ…). Και βέβαια σε μια τέτοια περίπτωση η εξάρτηση από την όποια αναπτυξιακή ώθηση θα έδιναν οι αναδιανεμητικές δαπάνες της ΕΕ παραμένει αναγκαστικά σημαντική, σε μια περίοδο όπου οι ηγεμονικοί σχηματισμοί της ΕΕ θα ήθελαν να δουν να μειώνεται η σχετική υποχρέωσή τους.

Όσο και εάν  φανεί παράξενο ακόμη και αυτοί  οι λόγοι από μόνοι τους δεν θα δικαιολογούσαν τόσο μεγάλη επικέντρωση στην Ελλάδα. Ποιος ο λόγος, π.χ. που η Ισπανία δεν είναι με τον ίδιο τρόπο στο στόχαστρο, παρότι και εκεί επίσης αυτό που καταγράφεται είναι η εξάντληση ενός ‘αναπτυξιακού προτύπου’; Νομίζουμε ότι η διαφορά έγκειται ακριβώς στην ιδιαιτερότητα του συσχετισμού δύναμης μέσα στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό δύναμης. Η Ελλάδα αποτέλεσε τη δυσάρεστη έκπληξη τα τελευταία χρόνια μέσα στην ΕΕ όχι μόνο γιατί παρήγαγε την πιο εντυπωσιακή και ταυτόχρονα επίφοβη και ‘μεταδοτική’ έκρηξη με το Δεκέμβρη, αλλά και γιατί είχε επανειλημμένα εργατικά και νεολαΐστικα κινήματα αλλά και γιατί έχει ή φαίνεται να έχει και το μικρότερο βαθμό εμπέδωσης πλευρών της αναδιάρθρωσης σε σχέση με το εργασιακό συμβόλαιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και με τις ξεφτιλισμένες αυξήσεις της ΓΣΕΕ και των περισσότερων ομοσπονδιών η Ελλάδα είχε σχετικά υψηλότερα ποσοστά αυξήσεων του κόστους εργασίας σε σχέση με άλλους Ευρωπαϊκούς σχηματισμούς. Αυτό παράγει ένα διπλό φόβο: Από τη μια παράγει ένα φόβο στην ίδια την ελληνική ολιγαρχία η οποία αισθάνεται ότι την ίδια στιγμή που οι συσσωρευμένες αντιφάσεις της (σε σχέση με τους κλάδους στους οποίους στηρίζεται, σε σχέση με τη δυνατότητά της να αυξήσει την παραγωγικότητα, σε σχέση με την εξάρτησή της από άμεσες ή έμμεσες μορφές επιδότησης) την κάνουν να βλέπει ένα έλλειμμα ανταγωνιστικότητας, να μην μπορεί να θεωρήσει δεδομένο ότι θα περάσει μονομιάς μια ριζική επιδείνωση του συμβολαίου εργασίας και μια ριζική μείωση του κόστους εργασίας (στον όποιο βαθμό, βέβαια, που αυτά θα έλυναν το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας). Από την άλλη, γεννά το φόβο στις ευρωπαϊκές ολιγαρχίες και το πολιτικό τους προσωπικό ότι η Ελλάδα θα είναι η πρώτη που θα ‘σπάσει’ και δεν θα μπορέσει να μετακυλήσει το σύνολο του κόστους στις πλάτες των εργαζομένων, με τον κίνδυνο αυτό θα λειτουργήσει ως παράδειγμα και για τα λαϊκά κινήματα άλλων χωρών, ιδίως εάν αυτή η υπαναχώρηση γίνει υπό το βάρος κοινωνικών αγώνων. Αντίθετα, η τρομοκρατική επίκληση των ελλειμμάτων και της ανάγκης μέτρων φαντάζει ως προληπτική κίνηση απέναντι σε τέτοια ενδεχόμενα. Με αυτή την έννοια το ‘πρόβλημα Ελλάδα’ δεν είναι απλώς δημοσιονομικό, αλλά κοινωνικό και πολιτικό. Και βέβαια δεν είναι τυχαίο ότι εάν κανείς διαβάσει το μπαράζ ανακοινώσεων, άρθρων, ‘αξιολογήσεων’ που γίνονται διεθνώς για την ελληνική οικονομία, αυτό που θα διαπιστώσει είναι ότι ο λόγος που αρθρώνεται δεν είναι «τεχνοκρατικός» αλλά πολιτικός: η Ελλάδα εγκαλείται γιατί δεν παίρνει μέτρα αρκούντως σκληρά, έτσι ώστε να τα αισθανθούν οι μισθωτοί στο πετσί τους.

Σε αυτό το φόντο πρέπει να δούμε και τις  συγκεκριμένες αιχμές που περιλαμβάνει το «Πρόγραμμα Σταθερότητας» της  κυβέρνησης. Καταρχάς καθαυτό αποτελεί πραγματική κήρυξη πολέμου στους  εργαζομένους και τα δικαιώματά τους.

  • Μέσα από την περικοπή επιδομάτων κατά 10% και το πάγωμα των «υψηλόμισθων» απολαβών οδηγούμαστε σε πραγματική σημαντική μείωση (συνολικά έως και 7%) των αποδοχών των εργαζομένων στο δημόσιο, οι οποίο πληρώνουν ούτως ή άλλως και το προηγούμενο διετές πάγωμα. Η λιτότητα και η μείωση μισθών στο δημόσιο στέλνει μήνυμα και στο σύνολο της οικονομίας και θα οδηγήσει σε μεγάλη λιτότητα και στον ιδιωτικό τομέα, άρα συνολικά στην υποβάθμιση της θέσης των μισθωτών. Δεν είναι τυχαίο ότι το ίδιο το πρόγραμμα σταθερότητας μιλάει για μείωση του πραγματικού κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος το 2011-13.
  • Η περικοπή δαπανών δεν αφορά τόσο τον περιορισμό της «σπατάλης» αλλά και τον περιορισμό ζωτικών δαπανών και λειτουργιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πρόβλεψη για σημαντική μείωση των προσλήψεων εκπαιδευτικών που θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη αποδιάρθρωση της λειτουργίας των σχολείων.
  • Η συστηματική προσπάθεια για περικοπή του συνολικού προσωπικού που απασχολείται στο δημόσιο θα οδηγήσει σε επιδείνωση των εργασιακών συνθηκών, σε υποβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών και σε μεγάλη επέκταση των μορφών ιδιωτικοποίησης, ανάθεσης σε ιδιώτες, εργολάβους κ.λπ.
  • Οι αλλαγές στη φορολογία οδηγούν σε ακόμη μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση των μισθωτών χωρίς ανάλογη αύξηση των συνολικών αποδοχών. Και όλα αυτά τη στιγμή που στην Ελλάδα ολοένα και περισσότερο μειώνεται η φορολογία των επιχειρήσεων (ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ενώ το 2000 η φορολογία των νομικών προσώπων – των επιχειρήσεων – έφτανε το 48,19% της συνολικής φορολογίας εισοδήματος, σήμερα εκτιμάται στο 25% ενώ η φορολογία των φυσικών προσώπων από το 51,81% εκτιμάται ότι θα φτάσει το 74%), και τη στιγμή που διατηρείται μια πολύ σημαντική βαρύτητα των κοινωνικά άδικων έμμεσων φόρων σε σχέση με τους άμεσους.
 

Όμως, το ζήτημα δεν είναι μόνο αυτές καθαυτές οι άμεσες προβλέψεις του «Προγράμματος Σταθερότητας» αλλά και ο τρόπος που θα αξιοποιηθεί ως μοχλός για συνολικότερες αναδιαρθρώσεις σε βάρος των εργαζομένων. Αυτό, άλλωστε, αναφέρεται και στο ίδιο το Πρόγραμμα που επικαλείται τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Έτσι λοιπόν πλάι στο Πρόγραμμα Σταθερότητας έχουμε και μια παράλληλη ατζέντα τομών:

  • Πρώτα από όλα έχουμε τις ανατροπές στο ασφαλιστικό, όπου ουσιαστικά ο Λοβέρδος έχει εισηγηθεί μια ριζική αναμόρφωση του ασφαλιστικού που περιλαμβάνει όχι μόνο ‘ποσοτικές’ παρεμβάσεις αλλά μια αλλαγή φιλοσοφίας σε αντιδραστική κατεύθυνση καθώς προτείνεται μετάβαση από το αναδιανεμητικό σύστημα και την αλληλεγγύη των γενεών σε ένα σύστημα με έντονο τον ανταποδοτικό και κεφαλαιοποιητικό χαρακτήρα. Προτείνουν έτσι σύστημα διακριτών ‘πυλώνων’ για την ασφάλιση, με το κράτος να εγγυάται μόνο την ενιαία βασική σύνταξη και από εκεί και πέρα θα υπάρχει ανταποδοτικό τμήμα με βάση τις συνολικές εισφορές, κεφαλαιοποιητική επικουρική σύνταξη και δυνατότητες επαγγελματικών συντάξεων. Με αυτό τον τρόπο καταργείται ο αναδιαν&epsilon